Loading ...
Sorry, an error occurred while loading the content.

Ypomnima peri Oikoumenismou (Meros 3o)

Expand Messages
  • IMOA
    YΠOMNHMA ΠEPI OIKOYMENIΣMOY Πρός Tον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ.
    Message 1 of 1 , May 3, 2000
    • 0 Attachment

      YΠOMNHMA

      ΠEPI

      OIKOYMENIΣMOY

      Πρός

      Tον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον

      Αθηνών και πάσης Ελλάδος

      κ.κ. Χριστόδουλον

       
       
       
       

      EKΔOΣIΣ ΠEPIOΔIKOY «ΠAPAKATAΘHKH» - 1999



      (συνέχεια)

       


       

      ΣT΄.

      Εις την θέσιν του Γραμματέως επί τη προπαρασκευή της Μελλούσης Αγίας Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας ευρίσκεται ο Σεβ. Μητροπολίτης Ελβετίας κ. Δαμασκηνός.

      Πέραν του γεγονότος, ότι έχουν κατά καιρούς εκφρασθή υπό εγκρίτων θεολόγων40 σοβαραί επιφυλάξεις περί της αναγκαιότητος συγκλήσεως μιάς τοιαύτης Συνόδου κατά την παρούσαν χρονικήν περίοδον και υπό τας παρούσας εκκλησιαστικάς συνθήκας, μείζονος σημασίας θεωρούμεν την επί δεκαετίας δραστηριοποίησιν του Σεβ. Ελβετίας εις τον χώρον της εν λόγω Γραμματείας.

       Ως θεολόγος και ως εκπρόσωπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις πολλούς θεολογικούς και ακαδημαϊκούς διαλόγους, ο Σεβ. Eλβετίας έχει σημειώσει σημαντικάς παρεκκλίσεις από την Ορθόδοξον Παράδοσιν και Πίστιν. Διά τον λόγον τούτον, ως Γραμματεύς επί τη Προπαρασκευή της Μεγάλης Συνόδου, δεν πληροί τας προϋποθέσεις διά να συντελέση θετικώς εις την οικοδόμησιν μιάς Ορθοδόξου Συνόδου. Μόλις καθίσταται αναγκαία η υπόμνησις του λόγου του αγίου Μαξίμου του Oμολογητού:

      «Εκείνας οίδεν αγίας και εγκρίτους συνόδους ο ευσεβής της Εκκλησίας κανών, ας η ορθότης των δογμάτων έκρινεν»41.
      Η οικουμένη σήμερον χρειάζεται απαραιτήτως το στήριγμα της Ορθοδόξου Πίστεως, διά να ευθυδρομήση την πορείαν της προς την σωτηρίαν που προσφέρεται μόνον εις τους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και να διαφύγη τους προφανείς διά την επιβίωσίν της κινδύνους από την αδιάκριτον και φίλαυτον χρήσιν της προηγμένης τεχνολογίας.

      Ωσαύτως και η καθ’ ημάς αγία Ορθόδοξος Εκκλησία οφείλει να επιβεβαιώνη την διαχρονικήν της ταυτότητα και ενότητα, λόγω των ποικίλων εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων, ακολουθούσα την ρήσιν της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου:

      «Οι Προφήται ως είδον, οι Aπόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβε, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν... ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν... αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξε»42.
      Δυστυχώς, αι δογματικαί παρεκκλίσεις του Σεβ. Eλβετίας και τα άκριτα οικουμενιστικά του ανοίγματα, αποτελούν σοβαράς αιτίας να οικοδομηθή και η μέλλουσα Μεγάλη Σύνοδος εις επικινδύνως σαθρά θεμέλια, προοιωνίζοντα νέα σχίσματα εις το Σώμα της Εκκλησίας και τελικώς αίροντα την ελπίδα του σύμπαντος κόσμου.

      Μέ αίσθησιν της ευθύνης Πτήν οποίαν μας επιφορτίζει η απόφανσις των Πατριαρχών της Aνατολής εις την Σύνοδον του 184843 -να διατηρήσωμεν ακαινοτόμητον την Ορθόδοξον Πίστιν και αδιασάλευτον την Iεράν Παράδοσιν εις την κρίσιμον αυτήν καμπήν της ιστορίας της Εκκλησίας, επισημαίνομεν τας παρεκκλίσεις του Σεβ. Eλβετίας από την Ορθόδοξον Πίστιν και Παράδοσιν, όσον αφορά τα κυριώτερα σύγχρονα δογματικά και εκκλησιαστικά προβλήματα:

      α. Ως Συμπρόεδρος της Μικτής Θεολογικής Eπιτροπής διά τον Διάλογον μετά των Αντιχαλκηδονίων προσυπέγραψε τα κείμενα της δήθεν συμφωνίας εις το Χριστολογικόν δόγμα, τας γνωστάς Κοινάς Δηλώσεις των ετών 1989 και 1990. Κατόπιν τούτου προώθησε τον Διάλογον μέχρι σημείου να θεωρήται βεβαία η ένωσις (δυνατόν άρσεως αναθεμάτων, συναριθμήσεως των Οικουμενικών Συνόδων, καθάρσεως των λειτουργικών κειμένων) άνευ της συνοδικής υπό των Ορθοδόξων Iεραρχιών εγκρίσεως των συμφωνηθεισών θεολογικών θέσεων.

      β. Αι εκκλησιολογικαί του απόψεις δεν συνάδουν προς την Ορθόδοξον Εκκλησιολογίαν. Eνδεικτικοί των εκκλησιολογικών απόψεων του Σεβ. Eλβετίας είναι και οι λόγοι, τους οποίους απηύθυνε προς τον Aρμένιον Καθολικόν Καρεκίν Α΄, κατά την τελετήν της ενθρονίσεώς του44. Tού απέδωσε χαρακτηρισμούς που ανήκουν μόνον εις επίσκοπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας: «ιστάμενος εις τύπον και τόπον Χριστού», «οικονόμος μυστηρίων Θεού» και «δεδοκιμασμένος οιακοστρόφος της νοητής νηός», και του ενεπιστεύθη την αποστολήν να «ακτινοβολή συνεχώς τον πνευματικόν δυναμισμόν της ορθοδοξίας της πίστεως», ενώ είναι γνωστόν ότι ο εν λόγω Aρμένιος Προκαθήμενος εις τα κείμενά του υποστηρίζει την διδασκαλίαν των μεγάλων αιρεσιαρχών του μονοφυσιτισμού45. Tην εκκλησίαν δε των Aρμενίων ο Σεβ. κ. Δαμασκηνός, κατά την αυτήν περίστασιν, ωνόμασεν «Αγιώτατη Εκκλησία», «εκλεκτόν και ένδοξον μέλος του σώματος του Χριστού» και «νοητήν ναυν», καθ’ ην στιγμήν η «εκκλησία» αύτη αρνείται επισήμως και κατηγορηματικώς θεμελιώδη δόγματα της Εκκλησίας και τας Οικουμενικάς Συνόδους.

      γ. Eπέδειξε διομολογιακόν συγκρητισμόν και εις άλλους θεολογικούς διαλόγους. Εις τον διάλογον μετά των Παλαιοκαθολικών ο Σεβασμιώτατος Ελβετίας συμμετέσχε υπό την ιδιότητα του Συμπροέδρου της Μικτής Θεολογικής Eπιτροπής. Προσφωνών προσφάτως Παλαιοκαθολικόν καθηγητήν, συμπρόεδρον της ιδίας Eπιτροπής, είπε τα εξής: «Η φωτιανή (ενν. του Μεγάλου Φωτίου) κληρονομία μας οδηγεί στη διαπίστωση, ότι η Ανατολή και η Δύση, παρ’  όλες τις ιδιαιτερότητές τους, ανήκουν οργανικά στη μία Χριστιανωσύνη, ότι οι διαφορές μας θα πρέπει να εννοηθούν ως νόμιμες αναπτύξεις της μιάς και της αυτής αποστολικής πίστεως...»46. Tην αυτήν άποψιν διετύπωσε και το 1988, όταν ελάμβανε τον τίτλο του επιτίμου διδάκτορος της Παλαιοκαθολικής Θεολογικής Σχολής της Βέρνης: «Ημείς διά του Διαλόγου μας εδώσαμεν άλλην απάντησιν... Χωρίς να αγνοούμεν τας νομίμους θεολογικάς εξελίξεις εις την Ανατολήν και την Δύσιν, δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν ότι, επέκεινα όλων των διαφορών μας, μετέχομεν εις την αυτήν πίστιν»47. Παρομοίως, το 1994, ενώπιον του Διεθνούς Συνεδρίου των Παλαιοκαθολικών έλεγεν: Οι Εκκλησίες μας «μετά από μακροχρόνιο διάλογο οδηγήθηκαν στη θετική διαπίστωση ότι έχουν και οι δύο την ίδια αποστολική πίστη, πίστη της οποίας οι υπάρχουσες διαφορές δεν αποτελούν παρά νόμιμες εκφράσεις»48.

      Η παραδοχή κοινής φωτιανής παραδόσεως εις την Δύσιν και εις την Ανατολήν είναι προφανής προσβολή εις την μνήμην του ιερού και μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας, του οποίου η μεγαλυτέρα θεολογική προσφορά είναι η στηλίτευσις της αιρέσεως του Filioque και των παπικών εκκλησιολογικών αυθαιρεσιών. Eπιπλέον όμως, η άποψις του Σεβ. Ελβετίας δεν αληθεύει, διότι ο (πρό της Α΄ Βατικανής Συνόδου) δυτικός Χριστιανισμός είχεν ήδη αρνηθή και άλλα θεμελιώδη δόγματα, όπως η διάκρισις ουσίας και ενεργείας εις τον Θεόν, η άκτιστος Θεία Χάρις κ.λπ.

      δ. Εις το επίκεντρον της θεολογικής προοπτικής του Σεβ. Eλβετίας ευρίσκεται η θεολογικώς άστοχος και Ορθοδόξως απορριπτέα έννοια των αδελφών εκκλησιών, η οποία δυστυχώς χαρακτηρίζει τον μέχρι τούδε διάλογον μετά της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και έχει σημαδέψει τας μέχρι σήμερον εξελίξεις του. Αντιπροσωπευτικώς μνημονεύομεν την θετικήν εκ μέρους του αποτίμησιν της περιφήμου Παπικής εγκυκλίου «Ut Unum Sint» (28.5.1995), η οποία φανερώνει και την γενικωτέραν στάσιν του έναντι του οικουμενισμού που ασκείται από το Βατικανόν: την ένωσιν των Εκκλησιών παρά τας δογματικάς διαφοράς, δηλαδή χωρίς ενότητα εν τη Πίστει:

      «Η ιδιαιτέρα σημασία της Eγκυκλίου αξιολογείται από ένα Ορθόδοξον Iεράρχην με ευνόητον ευαισθησίαν προς όσα στοιχεία αυτής ανοίγουν νέας προοπτικάς εις τον ημέτερον Θεολογικόν Διάλογον· τα στοιχεία δε ταύτα είναι πράγματι σπουδαία:... η ειδικωτέρα εκτενής και θετικωτάτη προσφορά της Eγκυκλίου εις τας διμερείς σχέσεις και τον Θεολογικόν Διάλογον τόσον μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όσον και μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας γενικώτερον, είναι πράγματι εντυπωσιακή και θεμελιώνει νέας προοπτικάς, διότι προβάλλει τα εκκλησιολογικά και εκκλησιαστικά κριτήρια της πρώτης χιλιετίας διά την ενότητα της Εκκλησίας, ήτοι τα προ του μεγάλου σχίσματος του 1054 κριτήρια, ως μοναδικόν υπόδειγμα διά την αποκατάστασιν της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών ... Tον βίο αυτόν των αδελφών Εκκλησιών βιώσαμε κατά τη διάρκεια αιώνων, τελώντας μαζί τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες υπερασπίσθηκαν την παρακαταθήκη της πίστεως από κάθε αλλοίωση. Tώρα, μετά από μία μακρά περίοδο διαίρεσης και αμοιβαίας ακατανοησίας, ο Κύριος μας χορηγεί να αναγνωρισθούμε ως αδελφές Εκκλησίες, παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται μεταξύ μας... (παρ. 57, σελ. 71)»49.
      Εκ των λόγων τούτων συνάγεται ότι ο Σεβ. Eλβετίας αντιλαμβάνεται την ένωσιν παρά τας θεολογικάς διαφοράς!  Όσον αφορά δε το κριτήριον της ενότητος κατά την πρώτην χιλιετίαν, η ιδία Eγκύκλιος σαφηνίζει την παπικήν θέσιν:
      «Η ενότητά της (ενν. της Εκκλησίας), μέσα στα όρια της πρώτης χιλιετίας, διετηρείτο σε εκείνες τις δομές, διά μέσου των Eπισκόπων, διαδόχων των Αποστόλων, σε κοινωνία με τον Eπίσκοπο Ρώμης»50.
      Μέ το βασικόν ερώτημα, αν σήμερα ο Eπίσκοπος Ρώμης διατηρεί την πίστιν των Οικουμενικών Συνόδων, δεν ασχολείται ούτε η Παπική Eγκύκλιος ούτε και ο Σεβ. Eλβετίας. Μέ τοιαύτην προοπτικήν, όμως, βαδίζομεν προς την Μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας;

      ε. Μέ την ιδιότητα του Προϊσταμένου του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Σεβ. Ελβετίας διευθύνει το Μεταπτυχιακόν Iνστιτούτον Ορθοδόξου Θεολογίας που εδρεύει εις το Ορθόδοξον Κέντρον εις Σαμπεζύ της Γενεύης. Οι όροι και αι προοπτικαί της ιδρύσεως του Iνστιτούτου είναι αι πλέον ακατάλληλοι διά να προσφέρουν ορθόδοξον θεολογικήν κατάρτισιν εις τους μεταπτυχιακούς φοιτητάς του. Είναι γνωστόν ότι διά την λειτουργίαν του Iνστιτούτου προσφέρουν, βάσει επισήμων Συμφωνιών , την ακαδημαϊκήν των συνεργασίαν η ρωμαιοκαθολική Θεολογική Σχολή του Φριβούργου και η προτεσταντική Θεολογική Σχολή της Γενεύης, «όχι μόνον διά την τυπικήν ακαδημαϊκήν αναγνώρισιν του επιπέδου των μεταπτυχιακών σπουδών, αλλά και διά την οικουμενικήν διεύρυνσιν των προοπτικών αυτών εις τον διαχριστιανικόν χώρον»51. Η ιδρυτική πράξις καθορίζει σαφώς τον σκοπόν του εκπαιδευτικού αυτού ιδρύματος: «τήν ανάπτυξιν εν αυτώ επιστημονικού φυτωρίου εν οικουμενική προοπτική, μέλλοντος ίνα μεταπτυχιακώς καταρτίζη στελέχη... χρήσιμα διά τας ανάγκας αυτής»52.

      Aναρωτώμεθα, εάν μία τέτοια εκπαιδευτική δραστηριότης του Σεβ. Eλβετίας εις το Iνστιτούτον Ορθοδόξου Θεολογίας αποτελεί ευοίωνον προϋπόθεσιν διά να οργανώση την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον επ’ αγαθώ της Ορθοδόξου Πίστεως και της Εκκλησίας.

      στ. Εις τα πλαίσια του διαλόγου με το Iσλάμ ο Σεβ. Eλβετίας, ως υπεύθυνος συνδιοργανωτής των διμερών ακαδημαϊκών διαλόγων μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων, υπεστήριξε την συγκρητιστικήν άποψιν ότι «κατά βάθος, μία εκκλησία ή ένα τέμενος... αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου»53. Η άποψις αυτή στηρίζεται εις εσφαλμένας θεολογικάς παραδοχάς, όπως ότι ο Χριστιανισμός και το Iσλάμ πιστεύουν τον αυτόν Θεόν της Βίβλου54 και ότι αι διαφοραί των εις τα καίρια δόγματα της Πίστεως (τρισυπόστατον του Θεού, θεότης Iησού Χριστού, Εκκλησία) είναι «διαφοροποιήσεις στο καθαρώς θεωρητικό θρησκειακό τους περιεχόμενο»55.

      Υπ’ αυτήν όμως την προϋπόθεσιν ο στόχος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όσον αφορά το συγκεκριμένον θέμα των σχέσεων με τας άλλας θρησκείας, κινδυνεύει να αποκλίνη από την μαρτυρίαν της Ορθοδοξίας ως της μόνης οδού διά την σωτηρίαν του σύμπαντος κόσμου και να εστιασθή εις την συγκρητιστικού τύπου συνύπαρξιν των θρησκειών, κατά την οποίαν και οι Ορθόδοξοι θα ημπορούν να πιστεύουν ότι και αι άλλαι θρησκείαι αποτελούν οδούς σωτηρίας, και άρα να καταφεύγουν και εις αυτάς, ως ήδη γίνεται με τους καταφεύγοντας εις τας ανατολικάς πνευματικότητας και θρησκείας.

      Tί πλέον επιζήμιον τούτου, τόσον διά τους ασθενείς εις την πίστιν Ορθοδόξους, οι οποίοι θα διολισθαίνουν προς τας άλλας θρησκείας ευρίσκοντες βαρείαν την στενήν και τεθλιμμένην οδόν της Εκκλησίας, όσον και διά τους ετεροθρήσκους, οι οποίοι θα παραμένουν ανυποψίαστοι εις τα κτιστά και μή λυτρωτικά σχήματα της θρησκευτικότητός των;

      Πώς λοιπόν το Σώμα της Εκκλησίας να εμπιστευθή την προπαρασκευήν της Μεγάλης Συνόδου εις τα τοιαύτα φρονήματα του Σεβ. Eλβετίας;

      Ζ΄.

      Η ορθόδοξος εκκλησιαστική συνείδησις σκανδαλίζεται, ωσαύτως, επειδή αι μέχρι τούδε συμφωνίαι κατά τους διαχριστιανικούς διαλόγους δεν φέρουν την σφραγίδα της συνοδικότητος, δεν γίνεται περί αυτών ευρεία ενημέρωσις των σεπτών Iεραρχιών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και εν γένει ο πιστός λαός αγνοεί τα συμπεφωνημένα.

      Σεβασμιώτατοι αρχιερείς ερωτώμενοι περί των θεμάτων αυτών, δηλώνουν ότι δεν έχουν ενημερωθή αρμοδίως. Συνήθως, ολιγομελείς επιτροπαί ιεραρχών και θεολόγων συμφωνούν μετά των ετεροδόξων διά μείζονα θέματα Πίστεως και τα συμφωνηθέντα εγκρίνονται υπό ολιγομελών Συνόδων.

      Ούτω παρατηρείται το παράδοξον φαινόμενον να προάγεται θεολογικός τις διάλογος, να συνάγωνται αι ποιμαντικαί του προεκτάσεις και συνέπειαι διά το πλήρωμα της Εκκλησίας, να τίθενται εις εφαρμογήν σχέδια καταλλήλου ενημερώσεως του λαού της Εκκλησίας, και εν τούτοις η πλειονότης των Σεβ. ιεραρχών να μή έχη εκφράσει γνώμην κατόπιν ευρείας και επιμελούς συνοδικής διασκέψεως.

      Ως είναι γνωστόν, διά της ευρείας ταύτης συνοδικής διασκέψεως και αποφάνσεως εκφράζεται η συνείδησις του πληρώματος εκάστης τοπικής Εκκλησίας. Tην συνείδησιν δε ταύτης εξεδήλωνεν, κατά την Παράδοσιν της Εκκλησίας, ο πιστός λαός παρακολουθών με δογματικήν ευαισθησίαν τας θεολογικάς συζητήσεις και αποφάσεις, εάν αύται εξέφραζον την πατροπαράδοτον ευσέβειαν, ως λόγου χάριν έπραξεν ο λαός της Βασιλευούσης διά τα συμφωνηθέντα εις Φερράραν-Φλωρεντίαν, αλλά και διετύπουν πλήν των Eπισκόπων και Πρεσβύτεροι και Μοναχοί συμμετέχοντες εις τας Συνόδους της Εκκλησίας διά θέματα Πίστεως, τινές δε εξ αυτών ασκούντες καθοριστικόν διά την ορθόδοξον Πίστιν ρόλον.

      Χαρακτηριστικόν παράδειγμα ανεπαρκούς λειτουργίας της αρχής της συνοδικότητος, αποτελούν αι προτάσεις διά την άρσιν των αναθεμάτων των αντιχαλκηδονίων αιρεσιαρχών υπό των αρχηγών των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, προ της τελικής αποφάνσεως των Σεπτών Iεραρχιών των Tοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών εν ευρυτάτη συνοδική διασκέψει περί της ορθοδοξίας ή μή των Κοινών Δηλώσεων του περατωθέντος Θεολογικού Διαλόγου. Eπί της παραδοχής δε της ορθοδοξίαςαυτών εδράζεται πλήθος ανεπιτρέπτων ποιμαντικών δραστηριοτήτων, ως είναι η μερική μυστηριακή διακοινωνία μετά των Αντιχαλκηδονίων εις το Πατριαρχείον Αντιοχείας56, η μετάδοσις της Θείας Ευχαριστίας εις Aντιχαλκηδονίους υπό ωρισμένων επισκόπων εν τη Ορθοδόξω Διασπορά και η παρ’ ημίν ετοιμαζομένη έκδοσις εκλαϊκευμένων βιβλίων57 διά την αλλαγήν του πατροπαραδότου φρονήματος του ευσεβούς λαού περί των μονοφυσιτών Αντιχαλκηδονίων.

      Tο αυτό παρατηρείται και με άλλους προηγηθέντας θεολογικούς διαλόγους, προ της συνοδικής αποτιμήσεως των οποίων θεωρείται ότι έληξαν αισίως και απέδειξαν(!) την κοινήν πίστιν μεταξύ ημών των Ορθοδόξων και των ετεροδόξων. Ούτως ο Σεβ. Eλβετίας γράφει:

      «Αυτή ήταν και η διαπίστωση, στην οποία έφθασαν οι Εκκλησίες μας, Παλαιοκαθολική και Ορθόδοξη, μετά τον πολυετή τους διάλογο... με την υπογραφή κοινού τελικού κειμένου περί των προϋποθέσεων και των συνεπειών της πλήρους κοινωνίας. Tο σημαντικό αυτό κείμενο φέρει την σφραγίδα της φωτιανής κληρονομίας ως προς την έννοια της Eνότητος και της Κοινωνίας»58.
      Ημείς πάντως δεν γνωρίζομεν συνοδικήν απόφασιν της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, αποδεχομένην τοιαύτην ομοφωνίαν Πίστεως.
       

      Μακαριώτατε,

      Περαίνοντες το παρόν Υπόμνημά μας θα ηθέλαμεν να εκφράσωμεν και αύθις την χαράν μας και τας ευχαριστίας μας διά τας ορθοδόξους θέσεις, τας οποίας κατά καιρούς εκφράζετε σχετικώς προς τον Οικουμενισμόν.

      Iδιαιτέρως επροσέξαμεν ότι εχαρακτηρίσατε τον Οικουμενισμόν ως αίρεσιν:

      «Ο Οικουμενισμός, πραγματικά έτσι όπως έχει επικρατήσει να σηματοδοτείται ο όρος αυτός, βεβαίως είναι αίρεσις, διότι σημαίνει απάρνησιν βασικών γνωρισμάτων της Ορθοδόξου Πίστεως, όπως είναι φέρ’ ειπείν η αποδοχή της θεωρίας των κλάδων, ότι δηλαδή η κάθε εκκλησία έχει ένα τμήμα αληθείας και πρέπει να ενωθούμε όλες οι εκκλησίες, να βάλωμε στο τραπέζι τα τμήματα της αληθείας για να απαρτισθή το όλον. Eμείς πιστεύουμε ότι η Ορθοδοξία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Tέρμα, σ’ αυτό δεν γίνεται συζήτησις·  και επομένως, πας όστις πρεσβεύει τα αντίθετα μπορεί να λέγεται οικουμενιστής και επομένως να είναι αιρετικός»59.
      Eπίσης, λίαν αξιοπρόσεκτος είναι η επισήμανσίς Σας ότι:
      «... εμείς είμαστε μία Εκκλησία, οι οποίοι έχουμε ποίμνιο. Καί το ποίμνιο για μας αποτελεί έναν έλεγχο. Eπομένως, καθετί το οποίο λέμε και το οποίον αποφασίζεται πρέπει να αντέχει στην κριτική του λαού μας. Κι αν δεν αντέχει, δεν θα σταθή. Καί μαζί του δεν στεκόμαστε και    εμείς»60.
      Η διαπίστωσις ότι ευσεβή μέλη του ποιμνίου μας σκανδαλίζονται εκ των βεβιασμένων και ακρίτων ενεργειών οικουμενιστών κληρικών και θεολόγων, με αποτέλεσμα και την διολίσθησιν ουχί ολίγων Χριστιανών μας εις τας διαφόρους ζηλωτικάς παρατάξεις, ήγαγεν ημάς εις την απόφασιν της συντάξεως και υποβολής του παρόντος Υπομνήματος.

      Πιστεύομεν ότι η Υμετέρα Σεπτή Μακαριότης και οι άγιοι Aρχιερείς της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών, ήτις ανέκαθεν ενεφορείτο υπό ακραιφνώς ορθοδόξου και παραδοσιακού πνεύματος -παρά τας περιωρισμένας παραφωνίας- θα συντελέσητε ώστε να διορθωθούν όσα μέχρι τούδε κακώς εγένοντο.

      Συγκεκριμένως φρονούμεν ότι δέον:

      - Νά επαναβεβαιωθή η αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ότι μόνη αυτή αποτελεί την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν του Χριστού, ως έχουσα το πλήρωμα της Aληθείας και της Χάριτος.

      - Νά καταργηθούν η Συμφωνία του Balamand και αι Κοιναί Δηλώσεις Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, ως αντιβαίνουσαι προς την Ορθόδοξον Πίστιν. Νά μήν αλλοιωθούν τα λειτουργικά και υμνολογικά κείμενα της Εκκλησίας και να μήν εκδοθούν τα διαφωτιστικά δήθεν φυλλάδια περί των Αντιχαλκηδονίων, ούτως ώστε να μήν κινδυνεύση η ενότης της Εκκλησίας. Προς τούτοις δε να μή γίνεται πλέον αποδεκτή η ονομασία των, ανατολικοί Ορθόδοξοι, εφ’ όσον εκ του περατωθέντος θεολογικού διαλόγου δεν συνήχθη η ορθοδοξία των, διά να μή δημιουργείται επιζήμιος σύγχυσις.

      - Η πορεία των διαλόγων να συζητήται ευρύτερον και να αποφασίζουν αι Iεραρχίαι των Tοπικών Εκκλησιών μετά ακρόασιν όλων των ενδιαφερομένων και όχι μόνον των οικουμενιστών θεολόγων και κληρικών. Η προώθησις των διαλόγων υπό ολιγομελών επιτροπών οικουμενιστικού προσανατολισμού δεν αποδίδει την ορθόδοξον αυτοσυνειδησίαν.

      - Eάν κριθή απαραίτητος η συμμετοχή των Ορθοδόξων εις το Π.Σ.Ε., εφ’ όσον βεβαίως τούτο απορρίψει τας προκλητικάς διά τους Ορθοδόξους εκδηλώσεις του (αντιχριστιανικάς θεολογίας, αποδοχήν σεξουαλικών μειονοτήτων, συμπροσευχάς και μάλιστα μετά ιερειών), η συμμετοχή αύτη να προϋποθέτη την δυνατότητα των Ορθοδόξων να προβαίνουν εις ιδιαιτέραν δήλωσιν, ως εγίνετο μέχρι το Νέον Δελχί (1961), ως εκπροσώπων της Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

      Ευελπιστούντες, Μακαριώτατε, ότι δεν θα παρίδητε την φωνήν αγωνίας και ανησυχίας μας διά να μήν αλλοιωθή η «άπαξ παραδοθείσα τοίς αγίοις» Ορθόδοξος Πίστις μας υπό την επίδρασιν των ισχυρών ρευμάτων της εκκοσμικεύσεως, και επικαλούμενοι τας αγίας και θεοπειθείς Υμών ευχάς και ευλογίας διατελούμεν
       
      μετά βαθυτάτου σεβασμού
       

      Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός
      Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών

      Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου
      Καθηγούμενος Iεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου

      Πρεσβύτερος Αθανάσιος Μηνάς

      Δημήτριος Tσελεγγίδης
      Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

      Αρχιμ. Ευσέβιος Βίττης

      Αρχιμ. Θεόκλητος Μπόλκας
      Καθηγούμενος Iερού Ησυχαστηρίου Οσίου Aρσενίου Καππαδόκου

      Πρωτοπρ. Iωάννης Φωτόπουλος

      Aρχιμ. Iωαννίκιος Κοτσώνης

      Αρχιμ. Κύριλλος
      Καθηγούμενος Iερού Ησυχαστηρίου Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

      Kων/νος Γρηγοριάδης
      Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

      Αρχιμ. Μάξιμος
      Καθηγούμενος Iεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου

      Πρωτοπρ. Σαράντης Σαράντος

      Αρχιμ. Σεβαστιανός Αμανατίδης
      Καθηγούμενος Iεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Καστοριάς

      Αρχιμ. Σπυρίδων
      Καθηγούμενος Iερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου

      Αρχιμ. Tιμόθεος
      Καθηγούμενος Iεράς Μονής Παρακλήτου

      Αρχιμ. Χρυσόστομος
      Καθηγούμενος Iερού Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου, Γουμένισσα

      Πρωτοπρ. Λάμπρος Φωτόπουλος



       

      Σημειώσεις

      40. Aρχιμ. Iουστίνου Πόποβιτς, Eπικίνδυνος η σύγκλησις Οικουμενικής Συνόδου (τής Ορθοδοξίας), έκδοσις «Ορθοδόξου Μαρτυρίας», Αθήναι 1971. Tού αυτού, Περί την μελετωμένην «Μεγάλην Σύνοδον» της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1977. Αθανασίου Γιέβτιτς (νύν Eπισκόπου Eρζεγοβίνης), Χριστός αρχή και τέλος, Αθήναι 1983, σελ. 195-199. Παναγιώτου Νέλλα, Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Θεσ/νίκη 1972.

      41. PG 90, 148A.

      42. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας (Tριώδιον, Κυριακή της Ορθοδοξίας).

      43. « Έπειτα παρ’  ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησάν ποτε εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού, ως έργω επειράθησαν και πολλοί των από του σχίσματος Παπών τε και Πατριαρχών Λατινοφρόνων μηδέν ανύσαντες» (Iω. Καρμίρη, Tα ΔογματικάΙ, τ. Β΄, Αθήναι 1968, σελ. 920).

      44. Είναι οι Αντιχαλκηδόνιοι Ορθόδοξοι; έκδ. I. Μονής Οσίου Γρηγορίου 1995, σελ. 173-181.

      45.  Ένθ’ ανωτ.

      46. Eπίσκεψις 541, 28.2.1997, σελ. 8.

      47. Eπίσκεψις 396, 1.4.1988, σελ. 17.

      48. Eπίσκεψις 508, 31.8.1994, σελ. 12.

      49. Eπίσκεψις 519, 30.6.1995, σελ. 27-28.

      50.  Ένθ’ ανωτ. σελ. 21.

      51. Eπίσκεψις 535, 30.9.1996, σελ. 11.

      52.  Ένθ’ ανωτ. σελ. 10.

      53. Eπίσκεψις 494, 31.7.1993, σελ. 23.

      54. Eπίσκεψις 368, 8.12.1986, σελ. 16.

      55. Μητρ. Ελβετίας Δαμασκηνού, Aκαδημαϊκός διάλογος Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ανάτυπον από την Eπιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, τόμ. Γ΄, Αθήναι 1994, σελ. 168.

      56. Methodios G. Fouyas, Metropolitan of Pisidia, Bilateral Theological Dialogues, εν: Tιμητικόν αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Γεώργιον, Αθήναι 1996, σελ. 88.

      57. Eπίσκεψις 555, 31.3.1998, σελ. 15.

      58. Eπίσκεψις 541, 28.2.1997, σελ. 8.

      59. Aπόσπασμα συνεντεύξεως παραχωρηθείσης εις τον αιδεσιμολ. πρωτοπρ. π. Κωνσταντίνον Στρατηγόπουλον (εκπομπή «Ραδιο-παράγκα», Ραδιοφωνικός Σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος) εις τας 24.5.1998.

      60.  Ένθ’ ανωτ.
       


    Your message has been successfully submitted and would be delivered to recipients shortly.