Loading ...
Sorry, an error occurred while loading the content.

Skouteris: Perimenontas ton Pˆpa

Expand Messages
  • Antonis Papadopoulos
    http://tovima.dolnet.gr/demo/owa/tobhma.print_unique?e=B&f=13250&m=B57&aa=1&cookie= 1neb57.htm Περιμένοντας τον Πάπα Οι μεγάλες
    Message 1 of 1 , Apr 30, 2001
    • 0 Attachment
      1neb57.htm

      Περιμένοντας τον Πάπα

      Οι μεγάλες θεολογικές διαφορές των δύο Εκκλησιών


      Κ. Β. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ

      Η πρώτη επίσκεψη ενός πάπα στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς θρησκευτικό γεγονός. Δεν περιορίζεται καν στην επικοινωνιακή διάσταση του ταξιδιού ενός πανίσχυρου ηγέτη μιας πανίσχυρης Εκκλησίας. Η ιστορία ρίχνει τόσο έντονα τη σκιά της σε αυτό το ταξίδι ώστε, προτού ακόμη πραγματοποιηθεί, επιδέχεται πολλαπλά επίπεδα ανάλυσης, ξεσηκώνει συζητήσεις και προβληματισμούς.

      Λογικό, διότι δεν είναι μόνο η ιστορία. Το ζήτημα παραπέμπει στη φορτισμένη σχέση καθολικισμού και Ορθοδοξίας, μια σχέση σε επίπεδο δογμάτων που υπέκρυψε συχνά στο παρελθόν ή υποκρύπτει ακόμη και σήμερα μια ευρύτερη αντίθεση Δύσης και Ανατολής στον χώρο της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

      Σε ένα τρίτο επίπεδο ανάγνωσης, προστίθεται η ψυχολογική φόρτιση, το θυμικό. Από την εποχή του πρώτου Σχίσματος και των Σταυροφοριών τα δύο δόγματα εξελίχθηκαν περισσότερο ως εμπόλεμοι κόσμοι παρά ως διαφορετικές εκδοχές της ίδιας θρησκείας. Αυτό το ταξίδι του Πάπα (σε συνέχεια των επισκέψεων που έχει πραγματοποιήσει και σε άλλες ορθόδοξες χώρες) μπορεί να εκληφθεί και ως ένας σταθμός στην πορεία επαναπροσέγγισης των δύο Εκκλησιών και γι' αυτό αποκτά έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα.

      Πόσο μάλλον που την προσεχή Παρασκευή δεν θα έλθει στην Ελλάδα ένας τυχαίος ποντίφικας. Ολοι συμφωνούν ότι ο Ιωάννης Παύλος Β´ σφράγισε (αρνητικά και θετικά) με την προσωπικότητά του τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όσο λίγοι προκάτοχοί του και την οδήγησε με σταθερό χέρι στον 21ο αιώνα.

      Τα τελευταία 20 χρόνια, υπό την ηγεσία του, το Βατικανό έπαιξε δραστήριο και ενεργό ρόλο στα διεθνή πράγματα, ανοίχτηκε εντυπωσιακά στη σύγχρονη κοινωνία, την ίδια στιγμή που πραγματοποίησε μια συντηρητική αναδίπλωση σε θεολογικό και ιδεολογικό επίπεδο.


      1neb57a.jpg (Εικόνα μεγέθους : 56332 bytes)

      Είναι γνωστό ότι η ειρηνική σχέση της δυτικής και της ανατολικής Εκκλησίας, που κράτησε μία ολόκληρη χιλιετία, διαταράχθηκε στα μέσα του ενδέκατου αιώνα, με το οριστικό σχίσμα του 1054. Η διάσταση μεταξύ Δύσεως και Ανατολής διατηρήθηκε αθεράπευτη μέχρι σήμερα, για άλλα χίλια περίπου χρόνια. Η αιτία του μεγάλου αυτού σχίσματος δεν μπορεί φυσικά να περιορισθεί στους πρωταγωνιστές του, τον πάπα Ρώμης Λέοντα Θ´ και τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο. Πίσω από το προσκήνιο της περιόδου του σχίσματος και από τα πρόσωπα που πρωτοστάτησαν βρίσκονται, σε μεγάλο βαθμό, δύο διαφορετικές παραδόσεις.

      Δύο διαφορετικοί κόσμοι

      Εχει επισημανθεί ότι η Εκκλησία της Ανατολής έζησε και δημιούργησε σ' ένα θεολογικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζει η ενότητα θεωρίας και πράξεως, υπερβατικού και εγκοσμίου. Οι ρίζες αυτής της νοοτροπίας είναι σαφώς βιβλικές, εκφράζονται όμως και προσδιορίζονται αδιαμφισβήτητα στο δόγμα της Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Το δόγμα της ενότητας των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού είναι η θεολογική βάση πάνω στην οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία στήριξε την εκκλησιολογία και την ανθρωπολογία της. Σ' όλη τη μακρά και περιπετειώδη ιστορία της η Ορθοδοξία έμεινε πιστή στην αρχή ότι μέσα στην Εκκλησία το θείο και το ανθρώπινο συναντώνται σε τέτοιο βαθμό ώστε, χωρίς να υπάρχει σύγχυση κτιστού και ακτίστου ή μετουσίωση των κτισμάτων, να μπορούμε να μιλάμε για «ενοίκηση» και για «αχώριστη» ένωση.

      Στη δυτική παράδοση, νωρίς ήδη, προφανώς υπό την επήρεια του ρωμαϊκού νομικού πνεύματος, επιβλήθηκε μια «συμμετρία» θείου και ανθρωπίνου στοιχείου. Αυτό είχε συνέπεια να καθιερωθεί μια εκκλησιολογία, η οποία υποθέτει μιαν αυτονομημένη ανθρωπότητα. Η αυτονομία του ανθρώπου οδήγησε σε μια κοσμοθεωρία, η οποία τόνιζε τον χωρισμό του Θεού από τον άνθρωπο και του ανθρώπου από τον κόσμο. Ετσι η ρωμαϊκή υποδομή της δυτικής θεολογίας οδήγησε στη δημιουργία μιας συνειδήσεως κατά την οποία το δόγμα παρέμεινε έξω από τη ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη ρωμαιοκαθολική παράδοση η θεολογία υπήρξε, σχεδόν μέχρι και σήμερα, αποκλειστικό έργο του κλήρου, ενώ ο λαός περιορίστηκε κάπου στο περιθώριο του εκκλησιαστικού βίου. Υπάρχει μια αλυσίδα από αντιθέσεις, οι οποίες ξεκινούν από τη «συμμετρία» θείου και ανθρωπίνου και την αυτονομία του ανθρώπου. Η νομική διάκριση κλήρου και λαού, η καθιέρωση της λατινικής γλώσσας ως ιερής γλώσσας, η διάσταση Εκκλησίας και κράτους υπήρξαν μερικές μόνο συνέπειες. Η διάσταση μάλιστα Εκκλησίας και κράτους εξώθησε την Εκκλησία να γίνει η ίδια κράτος. Ετσι επενδύεται με κοσμική ισχύ και οργανώνεται με βάση κοσμικές προδιαγραφές.

      Το παπικό πρωτείο

      Το πρωτείο του πάπα Ρώμης, και μάλιστα το αλάθητο, που θεσμοθετήθηκε από την πρώτη Σύνοδο του Βατικανού το 1870, αποτελεί μια θλιβερή για τους ορθοδόξους, και όχι μόνο, ιστορία. Ο ορθόδοξος κόσμος αξιολογεί το παπικό πρωτείο ως εκκλησιολογική παρέκκλιση, η οποία έγκειται όχι στη βεβαίωση του πρωτείου της τιμής, το οποίο πάντα αναγνωριζόταν από την Εκκλησία, αλλά στη μεταλλαγή αυτού του πρωτείου της τιμής και της αγάπης σε πρωτείο εξουσίας. Κατά τη διδασκαλία της ίδιας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το πρωτείο του ρωμαίου ποντίφικα, που θεωρείται διάδοχος του αποστόλου Πέτρου, δεν είναι μόνο τίτλος τιμής ή πρωτείο προεδρικό, το οποίο πηγάζει από το σώμα στο οποίο προεδρεύει, αλλά πρωτείο αυτοτελούς εξουσίας. Ο πάπας, ως τοποτηρητής του Χριστού, αναγνωρίζεται ότι έχει πραγματική ιδία αυθεντία, και συνεπώς είναι ο υπέρτατος ρυθμιστής και διαιτητής του χριστιανικού βίου.

      Η κριτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά του παπικού πρωτείου επικεντρώνεται κυρίως στο ότι το πρωτείο εξουσίας του πάπα της Ρώμης καταλύει το συνοδικό σύστημα. Η περί του αλαθήτου του πάπα μάλιστα αντίληψη μετατοπίζει το κέντρο βάρους και αποστερεί το εκκλησιαστικό σώμα από τη συνοδική του λειτουργία και τον συνοδικό του χαρακτήρα. Για την ορθόδοξη παράδοση η συνοδικότητα είναι θεμελιώδες στοιχείο της εκκλησιαστικότητας, στηρίζεται δε στη «σύνοδο» των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού (θεολογία της Χαλκηδόνας). Κατά την ορθόδοξη κατανόηση το παπικό πρωτείο, όπως εξελίχθηκε στη δυτική Εκκλησία, και η συνοδικότητα, όπως λειτουργεί στην Ανατολή, είναι δύο ασυμβίβαστα μεγέθη. Βασικό συνοδικό αξίωμα είναι το «η γνώμη των πλειόνων κρατείτω», κάτι που ουσιαστικά χάνεται με την παπική αυθεντία.

      Το ζήτημα του Filioque

      Στα μείζονα προβλήματα, που καθιστούν σήμερα ανέφικτη την κοινωνία των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, συμπεριλαμβάνεται και το θεολογικό ζήτημα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «εκ του Πατρός και εκ του Υιού», το γνωστό Filioque. Ισως σ' έναν ευρύτερο κύκλο προσώπων το θέμα να φαίνεται χωρίς ιδιαίτερη σημασία, όμως επανειλημμένα στην ιστορική διαδρομή έχει τονισθεί ότι μια τέτοια θεολογία έχει τις συνέπειές της. Ηδη, τον ένατο αιώνα, ο Φώτιος επεσήμανε ότι αυτή η παρέκκλιση έχει ακολουθίες που αλλοιώνουν την εκκλησιαστική ζωή.

      Πέρα από το ότι η προσθήκη του Filioque στο σύμβολο της πίστεως δεν ήταν σύννομη, αφού έγινε αυθαίρετα και παρά τη ρητή απαγόρευση για προσθήκη ή αφαίρεση σ' αυτό, εκφράζει μια θεολογία η οποία διαταράσσει την προσωπική σχέση των θείων προσώπων. Η ανατολική θεολογία είδε ότι η «και εκ του Υιού» εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εισάγει δύο αρχές και δημιουργεί σύγχυση των ιδιωμάτων του Πατρός και του Υιού. Βασική θέση των ελλήνων πατέρων είναι ότι και τα τρία πρόσωπα έχουν αμετάβλητο τον ιδιωματικό τους χαρακτήρα.

      Η διάκριση ουσίας και ενεργειών

      Τον 14ο αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, στον διάλογό του με τους εκπροσώπους της δυτικής Εκκλησίας, αντιμετώπισε τη σχολαστική διδασκαλία των οπαδών του Θωμά Ακινάτη, κατά την οποία δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και ενεργειών του Θεού, αλλά στοιχεία «υπερφυσικής τάξεως» μεταξύ του ακτίστου Θεού και του κτιστού κόσμου. Ετσι οι σχολαστικοί έκαναν λόγο για υπερφυσικό κτιστό, για κτιστή χάρη, για κτιστό θείο φως, κτλ. Η Ορθοδοξία αγνοούσε πάντα μια υπερφυσική τάξη μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού, μια τάξη δηλαδή η οποία αντιπροσωπεύει κάποια νέα δημιουργία. Για τη θεολογία της Ανατολής, οι θείες ενέργειες δηλώνουν την εξωτερική φανέρωση του Θεού και συνιστούν τη βάση της θεώσεως του ανθρώπου. Μ' αυτό το σκεπτικό, η σχολαστική απόρριψη των ενεργειών υψώνει ένα αξεπέραστο εμπόδιο μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου. Η πατερική συνεπώς διάκριση ουσίας και ενεργειών του Θεού διασώζει τόσο την υπερβατικότητα του Θεού, το άγνωστο και απρόσιτο της θείας ουσίας, όσο και το μεθεκτό του Θεού, τη δυνατότητα δηλαδή που έχει η κάθε αναγεννημένη προσωπικότητα να γίνει κοινωνός του Θεού.

      Ο διάλογος ως προσπάθεια θεραπείας του σχίσματος

      Θα ήταν λάθος να έμενε κανείς σε μια ακαδημαϊκή καταγραφή των βασικών διαφορών οι οποίες χωρίζουν τη Δύση από την Ανατολή. Οπως θα ήταν λάθος να έμενε στις μεθοδεύσεις και τις προκλήσεις, με τις οποίες συχνά αντιδρά, ακόμα και σήμερα, η αυλή του Βατικανού. Είναι αναγνωρισμένο ότι μέσα στον ίδιο τον κόσμο της δυτικής Εκκλησίας υπάρχουν πρόσωπα που ασκούν κριτική στη σχολαστική θεολογία και που πιστεύουν ότι, παρά τις υφιστάμενες διαφορές, είναι δυνατή η υπέρβαση των αντιθέσεων και η συνάντηση των δύο παραδόσεων, οι οποίες έτσι θα μπορούν να δώσουν κοινή μαρτυρία στον ραγδαία εξελισσόμενο κόσμο μας. Ο θεολογικός, συνεπώς, διάλογος, στον οποίο συμμετέχουν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, ύστερα από πανορθόδοξη συμφωνία, είναι μια προσπάθεια ελπίδας. Αποβλέπει στην προσέγγιση των δύο παραδόσεων, στη βάση της θεολογίας της αδιαίρετης Εκκλησίας. Για τον ορθόδοξο κόσμο αυτό αποτελεί ιστορικό χρέος αγάπης.

      Ο κ. Κωνσταντίνος Β. Σκουτέρης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


      ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-04-2001
      Κωδικός άρθρου: B13250B571


      Home Top
    Your message has been successfully submitted and would be delivered to recipients shortly.