http://ta-nea.dolnet.gr/neaweb/nsearch.print_unique?entypo=A&f=16774&m=N08&aa=1
----------------------------------------------------------------------------------
ΝΕΑ, 24-6-2000
Ο λαός της Εκκλησίας
http://ta-nea.dolnet.gr/neaweb/nsearch.print_unique?entypo=A&f=16774&m=N08&aa=1
Η πλήρης σχεδόν υποταγή της Εκκλησίας στο δικτατορικό καθεστώς και τα ελληνοχριστιανικά
φληναφήματα της εποχής τραυμάτισαν το κύρος και την απήχηση της Εκκλησίας
Ο λόγος και οι συνεχείς παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου στη δημόσια ζωή βρίσκουν απόλυτη
ανταπόκριση στα συντηρητικά αντανακλαστικά του «λαού της Εκκλησίας»
ΗΛΙΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Η όξυνση στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας και κυρίως οι μαζικές
κινητοποιήσεις που οργανώνει η Ιεραρχία με αφορμή την αναγραφή του
θρησκεύματος στις ταυτότητες τείνουν να αναδείξουν σε μείζον ζήτημα της
πολιτικής επικαιρότητας ένα πολιτιστικό ρήγμα, το οποίο είχε μέχρι σήμερα
διατηρηθεί στην Ελλάδα σε σχετικώς λανθάνουσα μορφή.
Η καθοριστική σημασία που είχε η χριστιανική θρησκεία στη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής
ταυτότητας αλλά και ο θεσμικά κατοχυρωμένος σφιχτός εναγκαλισμός Κράτους και Εκκλησίας
απετέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε μια ευρύτατη αποδοχή του ρόλου της Εκκλησίας. Η
αποδοχή αυτή, παρά τους συγκυριακούς τριγμούς που κατά καιρούς υπέστη από την εμπλοκή της
Ιεραρχίας (αλλά και της πλειοψηφίας του κλήρου) σε πολιτικές αντιπαραθέσεις (ανάθεμα Βενιζέλου,
Εμφύλιος κ.τ.λ.), διατηρήθηκε, σε γενικές γραμμές, αναλλοίωτη τουλάχιστον μέχρι την περίοδο της
στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974). Σε αντίθεση με την άμεσα πολιτική αλλά και κομματική εμπλοκή
της Καθολικής Εκκλησίας στη Δυτική Ευρώπη, οι προσπάθειες που έγιναν στην Ελλάδα, κυρίως στα τέλη
της δεκαετίας του '40, για τη μετατροπή των εκκλησιαστικών δικτύων και των παραεκκλησιαστικών
οργανώσεων («Ζωή») σε χριστιανοδημοκρατικό κόμμα ναυάγησαν πριν ακόμη προλάβουν να
μορφοποιηθούν. Ο στρατάρχης Παπάγος και ο Κ. Καραμανλής μπορούσαν να εκφράσουν καλύτερα και
αποτελεσματικότερα τη συντηρητική ιδεολογία αλλά και τις αναπτυξιακές προσδοκίες της
μετεμφυλιοπολεμικής ελληνικής Δεξιάς, χωρίς να έχουν ανάγκη τις ευλογίες του Αλεξ. Τσιριντάνη.
Εξάλλου, η συγκρότηση (ή ανασυγκρότηση) μαζικών χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων στη Δυτική
Ευρώπη, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν απετέλεσε συγκυριακή επιλογή, αλλά διέθετε ένα
ισχυρότατο ιστορικό υπόβαθρο που ανάγεται στη σύγκρουση της (υπερεθνικής) Καθολικής Εκκλησίας με
την (εκκοσμικευμένη) ιδεολογία των εθνικών κρατών. Αντίθετα, στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας,
και κυρίως στην Ελλάδα, τέτοιου τύπου συγκρούσεις σπάνια απέκτησαν τη μορφή πολιτικού
διακυβεύματος και πάντως ουδέποτε παγιώθηκαν, ώστε να αποκτήσουν οργανωμένη πολιτική έκφραση
με επιρροή και διάρκεια στο μαζικό επίπεδο.
Η Εκκλησία διατήρησε έτσι μια ισχυρή και διάχυτη επιρροή, η οποία όμως παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό
περιχαρακωμένη στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων. Παρ' όλο που τα διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία
για παλαιότερες εποχές είναι εξαιρετικά ισχνά, ορισμένες ενδείξεις που υπάρχουν για τις αρχές της
δεκαετίας του '60 αποτυπώνουν την κυρίαρχη παρουσία της Εκκλησίας, αφού, ακόμη και στην περιφέρεια
της πρωτεύουσας, οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι έφθαναν περίπου τα 2/3 του πληθυσμού (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ»,
21 και 28/9/1963).
Η πλήρης σχεδόν υποταγή της Εκκλησίας στο δικτατορικό καθεστώς και τα ελληνοχριστιανικά
φληναφήματα της εποχής τραυμάτισαν βαθιά το κύρος και την απήχηση της Εκκλησίας. Σε μια εποχή
ραγδαίας εκκοσμίκευσης και μεταβολής των αξιακών προτύπων, η επιρροή της Εκκλησίας και κυρίως η
οργανωτική της υποδομή (κατηχητικά σχολεία, παραεκκλησιαστικές οργανώσεις κ.τ.λ.), άρχισε να
συρρικνώνεται με ταχύτατους ρυθμούς.
Στα τέλη της δεκαετίας του '70 οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι είχαν ήδη μειωθεί στο μισό, σε σύγκριση με
την προηγούμενη δεκαετία, και δεν αντιπροσώπευαν πλέον παρά μόνο το περίπου 1/3 του πληθυσμού.
Παράλληλα είχε αρχίσει να συγκροτείται ένας σκληρός εκκοσμικευμένος πυρήνας που εμφανιζόταν
απόλυτα αποστασιοποιημένος από την Εκκλησία. Έτσι, ενώ το 1963 μόλις το 3% του πληθυσμού της
πρωτεύουσας δήλωνε ότι δεν πηγαίνει «ποτέ» στην εκκλησία, το ποσοστό αυτό ξεπερνούσε πλέον, το
1980, το 10% (βλ. «Εκκλησιαστική Αλήθεια», 1/10/1980).
Οι τάσεις αυτές σταθεροποιήθηκαν τη δεκαετία του '80 και παρέμειναν ουσιαστικά
αμετάβλητες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται
στους σχετικούς δείκτες (κυρίως ως προς τη συχνότητα του εκκλησιασμού) που,
κατά περίπτωση, συνεξετάζονται σε πολιτικές έρευνες, αφού η επιρροή της Εκκλησίας αποτελεί, στη
διεθνή βιβλιογραφία, σταθερή παράμετρο για τη διερεύνηση των πολιτικών προτιμήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά (που προέρχονται κυρίως από έρευνες του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών
Ερευνών και από το Ευρωβαρόμετρο), οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι (τουλάχιστον 2-3 φορές τον μήνα)
αντιπροσώπευαν σταθερά στην Ελλάδα, την περίοδο 1985-1995, το περίπου 1/3 του πληθυσμού.
Ποσοστό σαφώς κατώτερο από το αντίστοιχο, την ίδια εποχή, στις καθολικές χώρες της Νότιας Ευρώπης
(μεταξύ 40% και 45% σε Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), αλλά και αισθητά ανώτερο από αυτό της Γαλλίας
όπου, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70, οι τακτικά εκκλησιαζόμενοι δεν ξεπερνούσαν το 20%. Όσον
αφορά την κοινωνικοδημογραφική σύνθεση του «λαού της Εκκλησίας» οι διαφοροποιήσεις ήταν
εξαιρετικά έντονες ως προς το φύλο, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και τον τόπο κατοικίας. Έτσι, π.χ.,
μεταξύ των νέων με ανώτερη μόρφωση που κατοικούσαν στην πρωτεύουσα το ποσοστό τών τακτικά
εκκλησιαζομένων ήταν περίπου 5%, ενώ ξεπερνούσε το 90% μεταξύ των ηλικιωμένων γυναικών με
κατώτερη τυπική μόρφωση, που κατοικούσαν σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές.
Η πλειοψηφία του ελληνικού κοινού (μεταξύ 50% και 55%) αυτοπροσδιοριζόταν ως «σποραδικά
εκκλησιαζόμενοι» (μερικές φορές τον χρόνο), μια κατηγορία ιδιαίτερα αμφίσημη, αφού σ' αυτήν
συμπεριλαμβάνονται και είναι δύσκολο να διαφοροποιηθούν, τόσο εκείνοι που διατηρούν μια, έστω και
ασθενή αλλά πάντως υπαρκτή, σχέση με την Εκκλησία (περίπου οι μισοί), μαζί με εκείνους για τους
οποίους ο «σποραδικός εκκλησιασμός» εξαντλείται κατά κανόνα στις γιορτές του Πάσχα. Πάντως, η
διευρυμένη αυτή κατηγορία τού (κατά δήλωση) «σποραδικού εκκλησιασμού», που σ' αυτήν την έκταση
δεν συναντάται σε καμία δυτικοευρωπαϊκή χώρα, περιγράφει την ελληνική ιδιοτυπία, όσον αφορά τις
σχέσεις των πολιτών με την Εκκλησία. Ο χώρος της πλήρους αποστασιοποίησης από την εκκλησιαστική
πρακτική παρέμενε έτσι στην Ελλάδα κατά βάση περιθωριακός (16% το 1985 και 12% το 1995), όταν σε
άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία και η Γαλλία, φθάνει το 40% και το 70% αντίστοιχα.
Μια πρώτη ένδειξη για ενδεχόμενες αλλαγές στη σταθερή αυτή κατανομή του ελληνικού πληθυσμού σε
τρεις σαφώς διακριτές ομάδες («τακτικά εκκλησιαζόμενοι», «σποραδικά εκκλησιαζόμενοι»,
«αποστασιοποιημένοι») καταγράφηκε στην έρευνα «Πολιτικής κουλτούρας και συμπεριφοράς» που
πραγματοποίησε το ΕΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1996. Οι «τακτικά εκκλησιαζόμενοι» ξεπέρασαν το 35%
(ποσοστό που μόνο συγκυριακά είχαν φθάσει κατά την περίοδο όξυνσης του Μακεδονικού) και, το
κυριότερο, οι «αποστασιοποιημένοι» περιορίστηκαν, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, σε
ποσοστό κάτω του 10%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλούσε μια τάση ενδυνάμωσης της εκκλησιαστικής
πρακτικής, σε πλήρη αντίφαση με τη συνεχιζόμενη εκκοσμίκευση στη Δυτική Ευρώπη (όπου, π.χ., στη
Γαλλία οι «τακτικά εκκλησιαζόμενοι» είχαν περιοριστεί, το 1995, περίπου στο 13% του πληθυσμού). Και
αξίζει να σημειωθεί ότι η εξέλιξη αυτή εμφανίστηκε ακριβώς κατά τη χρονική στιγμή που το αίτημα του
εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας έγινε πολιτικά κυρίαρχο.
Το γεγονός πάντως που φαίνεται να λειτούργησε καταλυτικά προς την ίδια
κατεύθυνση ήταν η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου, την άνοιξη του 1998. Η
καινούργια ώθηση την οποία, από την πρώτη στιγμή, επεδίωξε να δώσει στον ρόλο
της Εκκλησίας, συνάντησε αμέσως πρόσφορο έδαφος στις αναμονές της κοινής
γνώμης. Έτσι, εκτός από την εξαιρετικά υψηλή δημοτικότητα που εξασφάλισε στις
δημοσκοπήσεις, το κρισιμότερο ίσως στοιχείο είναι ότι κατόρθωσε να διευρύνει
την οργανωμένη απήχηση της Εκκλησίας, να επηρεάσει δηλαδή κοινωνικές
συνήθειες που εμφανίζονταν ως παγιωμένες και ανελαστικές.
Η παρούσα έρευνα της V. ΡRC για το «πολιτικό βαρόμετρο των "ΝΕΩΝ"» έρχεται
να επιβεβαιώσει, στο σημείο αυτό, τα ευρήματα προηγούμενων ερευνών (π.χ. της
ΜRΒ για το Μega πριν από έξι μήνες), από τα οποία προκύπτει μια αισθητή
αύξηση της συχνότητας του εκκλησιασμού και μια σημαντική συρρίκνωση των
απόλυτα αποστασιοποιημένων από την Εκκλησία.
Ιδιαίτερα, ως προς την τελευταία αυτή κατηγορία των «αποστασιοποιημένων», πρέπει να υπογραμμιστεί
ότι η απάντηση «ποτέ» στην ερώτηση για τη συχνότητα εκκλησιασμού ενέχει κυρίως ιδεολογικό και όχι
πραγματολογικό χαρακτήρα (ιδίως στην Ελλάδα με τις δεδομένες παραδόσεις για το Πάσχα). Ακριβώς
όμως η διάσταση αυτή είναι που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην τάση που παρατηρείται για
δραστικό περιορισμό (από 16% το 1985, σε μόλις 5% σήμερα) εκείνου του ιδεολογικού χώρου, ο οποίος
θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο σκληρός πυρήνας της εκκοσμίκευσης.
Αντίθετα, το ποσοστό των «τακτικά εκκλησιαζομένων» παρουσιάζει την τελευταία διετία σαφή ανοδική
τάση, η οποία καταγράφεται με αισθητή αύξηση σε όλες σχεδόν τις κοινωνικοδημογραφικές κατηγορίες.
Ιδιαίτερη σημασία από την άποψη αυτή έχει η, έστω και σχετικώς περιορισμένη, ενδυνάμωση του
εκκλησιασμού στις νεώτερες γενιές, η οποία συνδυάζεται μάλιστα με την αισθητή ανάκαμψη που
εμφανίζει η αποδοχή της Εκκλησίας στα στρώματα με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο. Μοναδική σχεδόν
εξαίρεση στο σχήμα αυτό αποτελεί η γενιά που κοινωνικοποιήθηκε κατά τα πρώτα χρόνια μετά τη
μεταπολίτευση (σήμερα 35-44 ετών). Όπως έχει διαπιστωθεί και από προηγούμενες έρευνες (βλ. «ΤΑ
ΝΕΑ», 25/5/1998) πρόκειται για την πιο εκκοσμικευμένη γενιά, η οποία και τοποθετείται με μεγαλύτερη
σαφήνεια υπέρ του διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας.
Η ποσοτική διεύρυνση του «λαού της Εκκλησίας», από 33%-35% την περίοδο 1985-95 σε περίπου 40%
σήμερα, δεν μετέβαλε πάντως αντίθετα έως ένα βαθμό έχει επιτείνει τα κρίσιμα
κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά του. Τον κύριο κορμό του «λαού της Εκκλησίας» εξακολουθούν
να αποτελούν οι γυναίκες, μεγάλης σχετικά ηλικίας, με κατώτερο ή μέσο επίπεδο τυπικής μόρφωσης.
Έτσι, π.χ., ενώ το ποσοστό των τακτικά εκκλησιαζομένων μεταξύ των ανδρών ηλικίας έως και 54 ετών
εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχετικώς χαμηλά επίπεδα (περί το 20%), το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των
γυναικών ηλικίας 45 ετών και άνω φθάνει περίπου το 75% (βλ. σχετικό διάγραμμα). Γεγονός που
σημαίνει ότι οι γυναίκες 45 ετών και άνω αποτελούν το ήμισυ του «λαού της Εκκλησίας».
Η ιδιαίτερη αυτή κοινωνικοδημογραφική σύνθεση των «τακτικά εκκλησιαζομένων», ερμηνεύει σε μεγάλο
βαθμό την έντονα συντηρητική στάση που, κατά πλειοψηφία, υιοθετούν στα περισσότερα κοινωνικά και
πολιτικά ζητήματα. Έτσι ο «λαός της Εκκλησίας», με μεγάλη πλειοψηφία, συμφωνεί με τη θανατική
ποινή, θα επιθυμούσε να υπάρχει λογοκρισία «για να διατηρήσουμε τις ηθικές μας αξίες» και έχει τη
γνώμη ότι θα πρέπει να φύγουν από την Ελλάδα «όλοι οι αλλοδαποί» (βλ. το άρθρο του Δ. Δώδου, στον
συλλογικό τόμο της V. ΡRC, «Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα»).
Ο λόγος και οι συνεχείς παρεμβάσεις του Αρχιεπισκόπου στη δημόσια ζωή βρίσκουν απόλυτη
ανταπόκριση στα συντηρητικά αντανακλαστικά του «λαού της Εκκλησίας».
Γι' αυτό και η δημοτικότητά του, στο τμήμα αυτό του πληθυσμού, αγγίζει το 90%, ενώ οι θέσεις που κατά
καιρούς προβάλλει όπως, π.χ., η αρνητική του στάση απέναντι σ' έναν ενδεχόμενο χωρισμό της
Εκκλησίας από το Κράτος συναντούν ευρύτατη αποδοχή (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 25/5/1998). Με δεδομένη
επομένως την αίσθηση ότι ο «λαός της Εκκλησίας», στη μεγάλη του πλειοψηφία, είναι συσπειρωμένος
γύρω από το πρόσωπό του, ο Αρχιεπίσκοπος επιχειρεί σήμερα να τον κινητοποιήσει για να ενισχύσει τις
θέσεις που υποστηρίζει στο ζήτημα των ταυτοτήτων. Για το συγκεκριμένο όμως τμήμα του πληθυσμού,
το οποίο κατά τεκμήριο είναι πολιτικά απαθές, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια πρωτόγνωρη εμπειρία, η οποία
μπορεί να έχει άδηλες προεκτάσεις.
Ψήφος και λειτουργία
Οι κατά βάση συντηρητικές απόψεις που υιοθετεί ο «λαός της Εκκλησίας»
συμβαδίζουν με μια δεξιόστροφη ιδεολογική τοποθέτηση, χωρίς όμως αυτό να
συνεπάγεται αναγκαστικά έναν μονοδιάστατο προσανατολισμό των πολιτικών του
προτιμήσεων, όπως συμβαίνει σε ορισμένες καθολικές χώρες. Στην Ελλάδα ο
«λαός της Εκκλησίας» έχει μια σαφέστατα διακομματική σύνθεση, στο πλαίσιο
της οποίας πάντως η Δεξιά διέθετε πάντα και εξακολουθεί να διαθέτει την αδιαμφισβήτητη
πρωτοκαθεδρία.
Στις πρόσφατες εκλογές, σύμφωνα με το exit poll της V. ΡRC για «ΤΑ ΝΕΑ», η Ν.Δ. συγκέντρωσε το 54%
των ψήφων του «λαού της Εκκλησίας», ενώ το ΠΑΣΟΚ περιορίστηκε στο 38,6% και τα τρία κόμματα της
ελάσσονος αντιπολίτευσης (ΚΚΕ, ΣΥΝ και ΔΗΚΚΙ) στο 6,4% αθροιστικά. Ο συσχετισμός αυτός μεταξύ
Δεξιάς και Αριστεράς δεν είναι πάντως πρωτόγνωρος, αφού στα ίδια περίπου επίπεδα είχαν κινηθεί οι δύο
πολιτικές οικογένειες, στο εσωτερικό του «λαού της Εκκλησίας», τόσο το 1993 (αδημοσίευτα στοιχεία
της Μedia Ρlan), όσο και το 1985 (έρευνα ΕΚΚΕ).
Παρ' όλο που οι διαφορές στην εκλογική συμπεριφορά μεταξύ του «λαού της Εκκλησίας» και των
«σποραδικά εκκλησιαζόμενων» είναι σημαντικότατες (+16% για τη Ν.Δ.) και ίσως μεγαλύτερες από
αυτές που εντοπίζονται μεταξύ των επιμέρους κοινωνικών στρωμάτων (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 14/4/2000)
εντούτοις πρέπει να σημειωθεί ότι είναι σαφώς μικρότερες από τις αντίστοιχες που παραδοσιακά
παρατηρούνται στις καθολικές χώρες. Στη Γαλλία, π.χ., οι «τακτικά εκκλησιαζόμενοι» (περίπου 13% του
πληθυσμού) ψηφίζουν Δεξιά (ή Ακροδεξιά) σε ποσοστό πάνω από 80%, ενώ οι δηλωμένα «άθεοι»
(περίπου 19% του πληθυσμού), ψηφίζουν Αριστερά περίπου κατά 70%.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, και τα δύο μεγάλα κόμματα διαθέτουν έναν ισχυρό πυρήνα μεταξύ του «λαού της
Εκκλησίας», ο οποίος για μεν το ΠΑΣΟΚ αντιπροσωπεύει περίπου το 1/3 της εκλογικής του βάσης, ενώ
για τη Ν.Δ. σχεδόν τη μισή. Η κρισιμότερη όμως διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά τμήματα του «λαού της
Εκκλησίας» είναι ότι η δεξιόστροφη μερίδα, που υποστηρίζει τη Ν.Δ., δείχνει να ταυτίζεται λιγότερο με
τους πολιτικούς εκπροσώπους της παράταξης και περισσότερο με το ίδιο το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου
Χριστόδουλου.
ΤΑ ΝΕΑ , 24-06-2000 , Σελ.: R22
Κωδικός άρθρου: A16774R221